Ξεκίνησαν οι καταθέσεις μαρτύρων κατά την πρώτη δικάσιμο της σιδηροδρομικής τραγωδίας στα Τέμπη, μετά τη διακοπή του Αυγούστου στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας, με πρώτα τα μέλη της οικογένειας του μηχανοδηγού της επιβατικής αμαξοστοιχίας, ενός εκ των 57 θυμάτων.
Αρχικά κατέθεσε η σύζυγος του Γιώργου Κουτσούμπα, Αγνή Μπαλλή η οποία τόνισε πως «μέσα σε ένα βράδυ χάθηκαν όλα».
«Ήταν έμπειρος στη δουλειά του»
Η ίδια περιέγραψε τη μακρά διαδρομή του στο σιδηρόδρομο από το 1981 ως μηχανοδηγού και εκπαιδευτή που ετοιμαζόταν για συνταξιοδότηση, ενώ υπογράμμισε την ύπαρξη δεύτερου μηχανοδηγού στο βαγόνι αλλά και τη λειτουργία των συστημάτων πέδησης.
«Είμαι σίγουρη ότι ο Γιώργος έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει τη σύγκρουση και να σώσει τον κόσμο», είπε και σημείωσε πως ο σύζυγός της είχε μεγάλη εμπειρία σε αυτό το δρομολόγιο.
«Ήταν μηχανοδηγός από το 1981 και ετοιμάζονταν να συνταξιοδοτηθεί», κατέθεσε ενώ πρόσθεσε πως ήταν και εκπαιδευτής μηχανοδηγών.
Είπε ακόμη ότι στο βαγόνι υπήρχε και συνοδηγός, δεύτερος μηχανοδηγός, ενώ εξ όσων γνώριζε από τον σύζυγό της , το τρένο διέθετε πεντάλ φρένου το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιήσει κάθε 30 δευτερόλεπτα.
Τον λόγο πήρε έπειτα η κόρη του μηχανοδηγού, Νάσια Κουτσούμπα, η οποία αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις αγωνιώδεις προσπάθειες για να γίνει κατάσχεση των καταγραφικών του ΟΣΕ με μεγάλη καθυστέρηση.
«Ήρθαμε για να αποδοθεί δικαιοσύνη – Λοιδορήθηκε όσο λίγοι»
Στις δηλώσεις της αμέσως μετά τη λήξη της συνεδρίασης, η Νάσια Κουτσούμπα υπογράμμισε τον αγώνα της οικογένειας να αποκατασταθεί η αλήθεια:
«Σήμερα ξεκίνησε η αποδεικτική διαδικασία με τις καταθέσεις της οικογένειάς μου. Ήρθαμε εδώ για να αποδοθεί δικαιοσύνη, για να προσθέσουμε κι εμείς ό,τι μπορούμε στην αποδεικτική διαδικασία για τη μνήμη του και γιατί λοιδορήθηκε όσο λίγοι. Απ’ όταν έγινε το συμβάν ειπώθηκαν πολλά κι ήρθαμε εδώ για να προσθέσουμε ό,τι μπορούμε εμείς στη διαδικασία αυτή και για την ανεύρεση της αλήθειας».
«Γίναμε τεχνικοί σύμβουλοι και δικηγόροι – Δε μας επέτρεψαν να πενθήσουμε»
Η Νάσια Κουτσούμπα στάθηκε ιδιαίτερα στα κενά της έρευνας γύρω από τα ηχητικά ντοκουμέντα και τα 11 «σιωπηλά» λεπτά:
«Υπήρχαν 11 λεπτά στα οποία δε μιλούσε κανείς με κανέναν. Όχι απλά οι μηχανοδηγοί, κανένας με κανέναν. Ενώ πριν υπήρχαν συνομιλίες ανά δευτερόλεπτα. Η κοινή λογική λέει ότι αυτό δεν γίνεται. Αυτά τα πράγματα έπρεπε να έχουν ερευνηθεί από τον ανακριτή».
Συνεχίζοντας, περιέγραψε τη συναισθηματική πίεση που υφίσταται η οικογένεια: «Εμείς δεν πενθήσαμε. Θεωρώ ότι δε θα πενθήσουμε… γιατί δε μας το επέτρεψαν. Γίναμε τεχνικοί σύμβουλοι, γίναμε δικηγόροι, γίναμε δικαστές. Προσπαθούμε να βγάλουμε άκρη με αυτούς που έχουν αυτές τις θέσεις… Ανθρώπινο λάθος. Θα καλύψουμε τα πάντα να φανεί ότι φταίει ο άνθρωπος. Έγινε ένα λάθος. Δεν έφταιγε τίποτα άλλο. Έλα όμως που έφταιγαν πάρα πολλά ακόμα».
«Έχει εμάς και θα μιλήσουμε εμείς γι’ αυτόν»
Απαντώντας στις αναφορές για την κατάσταση υγείας του πατέρα της, τόνισε πως είχε περάσει πλήρη ιατρικό έλεγχο δύο μήνες πριν το δυστύχημα, με βεβαιώσεις ότι ήταν 100% λειτουργικός για εργασία: «Δυστυχώς δεν είναι εδώ να μιλήσει γιατί έχει φύγει από τη ζωή, αλλά έχει εμάς και θα μιλήσουμε εμείς γι’ αυτόν». Παράλληλα, αναφέρθηκε στην 41ετή υπηρεσία του στη μηχανοδήγηση, σημειώνοντας πως δεν υπήρχαν πιο έμπειροι εν ενεργεία μηχανοδηγοί τη δεδομένη στιγμή.
Αποστολίδης: «Να κληθούν οι επτά που κατηγορούνται για αλλοίωση του τόπου του εγκλήματος»
Την κλήτευση των επτά προσώπων που πρέπει να ελεγχθούν, όπως αναφέρουν συγγενείς θυμάτων, για την αλλοίωση του τόπου της τραγωδίας των Τεμπών ζήτησε από το δικαστήριο ο συνήγορος της οικογένειας του μοναδικού επιζώντα του πρώτου βαγονιού, Λουκάς Αποστολίδης, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της πρώτης ημέρας των καταθέσεων στη Λάρισα.
«Επιχειρήθηκε όχι απλώς συγκάλυψη, αλλά συσκότιση»
Στις δηλώσεις του, ο κ. Αποστολίδης, δικηγόρος της οικογένειας του Γεράσιμου, υπογράμμισε την ανάγκη να παρουσιαστούν στο δικαστήριο τα στελέχη που φέρουν ευθύνη για τις παρεμβάσεις στο σημείο της σύγκρουσης:
«Εγώ επεσήμανα στο δικαστήριο με έμφαση ότι θα πρέπει να κληθούν οπωσδήποτε οι γενικοί γραμματείς και τα άλλα επτά άτομα που κατηγορήθηκαν για την αλλοίωση του τόπου του εγκλήματος, διότι το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο διέψευσε πανηγυρικά τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης σε όλα τα επίπεδα και δικαίωσε πλήρως τους ισχυρισμούς μας ότι στον τόπο του εγκλήματος επιχειρήθηκε όχι απλώς συγκάλυψη, αλλά συσκότιση κυριολεκτικά».
Όπως πρόσθεσε: «Κάλεσα λοιπόν την έδρα για δεύτερη φορά ότι θα πρέπει να κληθούν αυτά τα επτά άτομα που είναι και προεξάρχοντες. Ο ένας γενικός γραμματέας στην Πολιτική Προστασία, ο άλλος γενικός γραμματέας του Υπουργείου στο αρμόδιο Υπουργείο, πυροσβέστες, αξιωματικοί και λοιπά, ο πρώην περιφερειάρχης. Να έρθουν να μαρτυρήσουν γι’ αυτό το έγκλημα που επιχειρήσανε με το μπάζωμα-ξεμπάζωμα και ειρωνεύονταν μάλιστα τους γονείς που φώναζαν δικαιολογημένα και οργισμένα ότι εδώ επιχειρήθηκε η συσκότιση των ευθυνών».
«Πανηγυρική διάψευση της πολιτικής ηγεσίας»
Ο συνήγορος στάθηκε ιδιαίτερα στην κατάθεση της τότε αρμόδιας εισαγγελέως, η οποία δήλωσε άγνοια για την αλλοίωση του χώρου:
«Αυτό που είναι καταπληκτικό κατά την άποψή μου και κατηγορηματικό είναι ότι η αρμόδια τότε εισαγγελέας που είχε απαγγείλει και τις κατηγορίες, προσέξτε, όταν ερωτήθηκε αν ήταν ενήμερη για το μπάζωμα, για αυτή την αλλοίωση των συνθηκών, απήντησε: “Καθόλου δεν ενημερώθηκα και αν θα ενημερωνόμουνα θα έπρεπε να υπάρχει μια διαδικασία με πρωτόκολλο και λοιπά και ευθύνη”. Άρα λοιπόν, πραγματικά αυτή η πανηγυρική διάψευση στην πολιτική ηγεσία με τα όποια μέσα που προσπάθησε να σβήσει κάθε ίχνος από το έγκλημα είναι ένας καλός οιωνός».
Κλείνοντας τις δηλώσεις του, ο κ. Αποστολίδης σημείωσε ότι χωρίς δικαιοσύνη δεν θα υπάρξει λύτρωση, επικαλούμενος τη ρήση του Νίκου Καζαντζάκη: «Τι σημαίνει, λέει, φως σε αυτή τη δίκη; Φως σημαίνει με αθόλωτη ματιά να βλέπεις τα πράγματα».


