Σύμφωνα με βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου περί ευθύνης υπουργών, με το οποίο παραπέμπονται σε δίκη ο πρώην υφυπουργός Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας Χρήστος Τριαντόπουλος και τέσσερις ακόμη ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, όλοι ενήργησαν με πρόθεση από κοινού και κατόπιν συναπόφασής τους, για την αλλοίωση του χώρου του σιδηροδρομικού δυστυχήματος στα Τέμπη.
Ειδικότερα, το βούλευμα, ως προς τον Χρήστο Τριαντόπουλο και τον Κώστα Αγοραστό, αναφέρει, μεταξύ των άλλων, ότι κινήθηκαν και έδρασαν κατά παράβαση των υπηρεσιακών καθηκόντων και χωρίς να ζητήσουν τη συναίνεση – έγκριση των αρμοδίων δικαστικών αρχών.
Μάλιστα, σύμφωνα με το βούλευμα 203 σελίδων, οι εν λόγω δύο: «Είχαν δε ως σκοπό, δυσχεραίνοντας τις έρευνες για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, να επέμβουν αθέμιτα στην εν εξελίξει ανακριτική διαδικασία, από την οποία προκύπταν ποινικές ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα».
Υπενθυμίζεται, ότι μαζί με τον Χρήστο Τριαντόπουλο παραπέμπονται στο εδώλιο του Ειδικού Δικαστηρίου, ως συμμέτοχοι στην παράβαση καθήκοντος, τέσσερα ακόμη πρόσωπα μεταξύ των οποίων είναι ο τότε περιφερειάρχης Θεσσαλίας Κώστας Αγοραστός, ο πρώην γενικός γραμματέας Πολιτικής Προστασίας Βασίλης Παπαγεωργίου, ο τότε αστυνομικός διευθυντής Λάρισας, επικεφαλής και υπεύθυνος για τον τόπο του συμβάντος της Ελληνικής Αστυνομίας Αγάπιος Χαρακόπουλος και ο περιφερειάρχης Θεσσαλίας του Πυροσβεστικού Σώματος Ευάγγελος Φαλάρας.
Ειδικότερα στο βούλευμα σημειώνεται:
«Α) όλοι οι κατηγορούμενοι ενεργώντας με πρόθεση από κοινού και κατόπιν συναπόφασής τους κατά το χρονικό διάστημα από 2-3-2023 έως και 7-3-2023, ενώ ήσαν υπάλληλοι κατά την έννοια του νόμου και ειδικότερα, ο Χρήστος Τριαντόπουλος ως Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ, διορισθείς με το υπ’ αριθ. 56/2021 Προεδρικό Διάταγμα (ΦΕΚ Α’ 142/13.8.2021), ο Κωνσταντίνος Αγοραστός του Αναστασίου, ως Περιφερειάρχης Θεσσαλίας, ο Βασίλειος Παπαγεωργίου του Παναγιώτη, ως Γενικός Γραμματέας Πολιτικής Προστασίας, ο Αγάπιος Χαρακόπουλος του Παντελή, ως Διευθυντής της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λάρισας και ο Ευάγγελος Φαλάρας του Αγγέλου, ως συντονιστής επιχειρήσεων των πυροσβεστικών δυνάμεων Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας, δηλαδή ως υπάλληλοι κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 13 περ. α’ του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ) σε συνδ. με άρθρο 2 παρ. 3 του Ν. 3126/2003, καθ’ ύλην αρμόδιοι, ο Χρήστος Τριαντόπουλος, ως αρμόδιος Υφυπουργός του συντονισμού δράσεων των συναρμοδίων Υπουργείων και Φορέων, σε θέματα κρατικής αρωγής και αποκατάστασης του φυσικού και του ανθρωπογενούς 138/13.12.2021 απόφασης του Πρωθυπουργού (ΦΕΚ Β’ 5823/13.12.2021), περιβάλλοντος από φυσικές καταστροφές, δυνάμει της υπ’ αριθμ. επιληφθείς και των ανατεθέντων σ’ αυτόν από τον Πρωθυπουργό, μέσω του επικεφαλής του Πρωθυπουργικού Γραφείου Ιωάννη Μπρατάκου, καθηκόντων της παρακολούθησης και του συντονισμού δράσεων των συναρμοδίων φορέων στον τόπο του πολύνεκρου δυστυχήματος, κατόπιν ενεργοποίησης εν τοις πράγμασι της 4ης επικαιροποιημένης έκδοσης του Ειδικού Σχεδίου Διαχείρισης Ανθρωπίνων Απωλειών της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας (Γ.Γ.Π.Π.), ο Κωνσταντίνος Αγοραστός του Αναστασίου και Βασίλειος Παπαγεωργίου του Παναγιώτη, ως αρμόδιοι να συντονίζουν τις δράσεις στον τόπο του πολύνεκρου δυστυχήματος κατόπιν ενεργοποίησης εν τοις πράγμασι της 4ης επικαιροποιημένης έκδοσης του Ειδικού Σχεδίου Διαχείρισης Ανθρωπίνων Απωλειών της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας (Γ.Γ.Π.Π.), ο Αγάπιος Χαρακόπουλος του Παντελή ως αρμόδιος λήψης αστυνομικών μέτρων για τη διατήρηση της τάξης, την παροχή οποιασδήποτε βοήθειας, την επιτήρηση και προστασία ζωτικών εγκαταστάσεων, την κυκλοφοριακή ευταξία και γενικότερα την ενίσχυση του αισθήματος της ασφάλειας των πολιτών, αλλά και στο πλαίσιο υλοποίησης του εν λόγω Ειδικού Σχεδίου Διαχείρισης Ανθρωπίνων Απωλειών, ως υπεύθυνος για την προστασία της σκηνής του συμβάντος, ώστε να είναι εφικτή η προανακριτική και ανακριτική αξιοποίηση των κάθε λογής ευρημάτων, στοιχείων, ιχνών και πειστηρίων και τέλος, ο Ευάγγελος Φαλάρας του Αγγέλου, ως αποκλειστικά αρμόδιος μόνον για τον απεγκλωβισμό των επιβατών της αμαξοστοιχίας και τη συγκέντρωση και μεταφορά των σορών, έχοντας άπαντες οι ανωτέρω ως υπηρεσιακό καθήκον να εξασφαλίσουν τη διάθεση των μηχανημάτων και των φορτηγών οχημάτων που διέθεσε η Τεχνική Υπηρεσία της Περιφέρειας Θεσσαλίας αποκλειστικά και μόνο για τον καθαρισμό και την ομαλοποίηση του εδάφους του χώρου πέριξ του ατυχήματος, απαγορευομένης της διάθεσης αυτών για οποιονδήποτε άλλο σκοπό πλην του προαναφερθέντος υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο άλλωστε απορρέει και από τη φύση της υπηρεσίας τους στο μέτρο που τους δεσμεύει ως υπαλλήλους με συναφή υποχρέωση ενεργείας, εντός των προδιαγεγραμμένων ορίων, ή παραλείψεως, όταν απαγορεύεται πάσα περαιτέρω ενέργεια, η υλοποίηση της οποίας αντιστρατεύεται τα σαφώς προσδιορισμένα καθήκοντα και δεσμευόμενοι παράλληλα και από τη διάταξη του άρθρου 251 ΚΠοινΔ, στην οποία σκιαγραφείται το έργο του ανακριτή και των ανακριτικών υπαλλήλων ως αποκλειστικά αρμοδίων να ενεργούν τις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για τη συλλογή και διατήρηση των αποδείξεων, εντούτοις, ενεργώντας στο πλαίσιο κοινής τους δράσης και κατόπιν συναπόφασής τους, κατά παράβαση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, βάσει των προεκτεθέντων, και χωρίς να ζητήσουν τη συναίνεση των αρμοδίων κατ’ άρθρο 251 ΚΠοινΔ δικαστικών αρχών, ο μεν Ευάγγελος Φαλάρας του Αγγέλου, ως συντονιστής επιχειρήσεων των πυροσβεστικών δυνάμεων, έδωσε εντολή, στον Αθανάσιο Πανδρεμμένο, διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΝΔΡΕΜΜΕΝΟΣ & ΣΙΑ Ο.Ε.», που είχε προσέλθει στον τόπο του δυστυχήματος με ειδικά μηχανήματα και φορτηγά του με ισάριθμους οδηγούς, κληθείς να συνδράμει σχετικά το έργο της πυροσβεστικής υπηρεσίας στον τόπο του δυστυχήματος, να απομακρύνει από τον τόπο του δυστυχήματος εγκλήματος τουλάχιστον 300 κυβικά χώματος και αδρανών υλικών καθώς και συντρίμμια των συγκρουσθεισών αμαξοστοιχιών, οι δε λοιποί παραπεμπόμενοι συγκατηγορούμενοί του, δεν προέβησαν σε καμία ενέργεια, προκειμένου να αποτρέψουν την ενέργεια αυτή, μολονότι είχαν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, κατά τα ανωτέρω, παρεμβαίνοντας με τον τρόπο αυτό αυθαίρετα και αλλοιώνοντας τον τόπο του δυστυχήματος – εγκλήματος και τον πέριξ αυτού χώρο.
Είχαν δε ως σκοπό, δυσχεραίνοντας τις έρευνες για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, να επέμβουν αθέμιτα στην εν εξελίξει ανακριτική διαδικασία, από την οποία προέκυπταν ποινικές ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα με αφορμή βιοτικό συμβάν του προαναφερθέντος σιδηροδρομικού δυστυχήματος – εγκλήματος, προς τον σκοπό, αφενός μεν βλάβης του κράτους και δη της λειτουργίας της δικαιοσύνης, αφετέρου δε προσπορισμού παράνομου ηθικού οφέλους στους υπαίτιους των διερευνώμενων αδικημάτων, που συνίσταται στη μη έγκαιρη και ουσιαστική αξιοποίηση του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού και των ευρημάτων, πειστηρίων, ιχνών και στοιχείων που υπήρχαν στον τόπο τέλεσης του εγκλήματος, δοθέντος μάλιστα ότι βρισκόταν σε εξέλιξη η διεξαγωγή των αναγκαίων ερευνών, η αναζήτηση ευρημάτων, πειστηρίων, ιχνών και στοιχείων, καθώς και η συλλογή και διατήρηση των αποδείξεων, ενώ ακόμη δεν είχαν εντοπιστεί όλες οι σοροί των θυμάτων, ανάμεσα στα οποία (θύματα) υπήρχαν και αγνοούμενοι και εν τέλει παρέμεινε αγνοούμενη η επιβάτιδα Εριέττα Μόλχο».
Παράλληλα, με τις παραπάνω ενέργειές τους και παραλείψεις, προκλήθηκε ΙΚΕ βλάβη στους παθόντες και στις οικογένειες των θυμάτων του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος, καθώς αποστερήθηκαν κρίσιμο αποδεικτικό υλικό προς άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους ενώπιον των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων, αλλά και εκμεταλλεύσιμο βιολογικό υλικό, που ήταν εξαιρετικά χρήσιμο για την ταυτοποίηση κάποιων εκ των θυμάτων του δυστυχήματος».
Είχαν δε ως σκοπό, δυσχεραίνοντας τις έρευνες για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων, να επέμβουν αθέμιτα στην εν εξελίξει ανακριτική διαδικασία, από την οποία προκύπταν ποινικές ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα με αφορμή το εν λόγω σιδηροδρομικό δυστύχημα – βιοτικό συμβάν, προς το σκοπό, αφενός μεν βλάβης του κράτους και δη της λειτουργίας της δικαιοσύνης, αφετέρου δε προσπορισμού παράνομου ηθικού οφέλους στους υπαίτιους των διερευνώμενων αδικημάτων, που και πάλι συνίστανται στη μη έγκαιρη και ουσιαστική αξιοποίηση του υπάρχοντος αποδεικτικού υλικού και των ευρημάτων που υπήρχαν στον τόπο τέλεσης του δυστυχήματος εγκλήματος, δοθέντος μάλιστα ότι βρισκόταν σε εξέλιξη η διεξαγωγή των αναγκαίων ερευνών, η αναζήτηση ευρημάτων, πειστηρίων, ιχνών και στοιχείων, καθώς και η συλλογή και διατήρηση των αποδείξεων, ενώ ακόμη δεν είχαν εντοπιστεί όλες οι σοροί των θυμάτων, ανάμεσα στα οποία υπήρχαν και αγνοούμενοι.
Η εκδηλωθείσα δε συμπεριφορά τους ήταν αντικειμενικά πρόσφορη να προκαλέσει βλάβη στη λειτουργία της δικαιοσύνης και να περιποιήσει το πιο πάνω όφελος, αφού σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από αυτούς με τέτοιο τρόπο (δια της επίστρωσης του εδάφους με χαλίκια και πίσσα), που επέφερε αλλοιώσεις στον τόπο του δυστυχήματος – εγκλήματος, ικανές και πρόσφορες να δυσχεράνουν τις έρευνες και τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων από τις ανακριτικές αρχές, καθώς και να προκαλέσουν τη ματαίωση της εξασφάλισης των ιχνών του εγκλήματος, προκαλώντας παράλληλα βλάβη στους παθόντες και στις οικογένειες των θυμάτων του πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος, καθώς αποστερήθηκαν κρίσιμο αποδεικτικό υλικό προς άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων τους ενώπιον των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων».

