Σχεδόν ένας στους πέντε ανθρώπους στην Ελλάδα αδυνατεί να διατηρήσει το σπίτι του επαρκώς ζεστό, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat. Το 2025, το ποσοστό των ανθρώπων που δήλωσαν ότι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν επαρκή θέρμανση της κατοικίας τους έφτασε το 18,1% έναντι 8,8% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα βρίσκεται έτσι μεταξύ των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη, παρά τη μικρή βελτίωση σε σχέση με το 19% του 2024.
Πρόκειται για έναν από τους βασικούς δείκτες που χρησιμοποιούνται για την αποτύπωση της ενεργειακής φτώχειας, η οποία συνδέεται όχι μόνο με το κόστος της ενέργειας και το διαθέσιμο εισόδημα, αλλά και με την κατάσταση και την ενεργειακή αποδοτικότητα των κατοικιών.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν εξαντλείται στο ύψος των λογαριασμών. Για ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού, η ενεργειακή κρίση μεταφράζεται στην αδυναμία να εξασφαλίσει μια βασική συνθήκη αξιοπρεπούς διαβίωσης: ένα σπίτι επαρκώς θερμαινόμενο. Και ενώ το ποσοστό στην Ελλάδα υποχώρησε ελαφρά από το 19% στο 18,1%, παραμένει περισσότερο από διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογραμμίζει, πάντως, ότι η αδυναμία επαρκούς θέρμανσης αποτελεί έναν μόνο δείκτη και δεν αρκεί από μόνη της για να αποτυπώσει το σύνολο των νοικοκυριών που βρίσκονται σε ενεργειακή φτώχεια.
Φυσικά η ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα είναι ακόμα μεγαλύτερη δεδομένων των στοιχείων που λαμβάνει υπόψη η ΕΕ για να κατατάξει ένα νοικοκυριό σε αδυναμία θέρμανσης. Και αυτό δεδομένου ότι η στατιστική υπηρεσία θεωρεί ότι αδυναμία θέρμανσης έχουν μόνο όσα σπίτια δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μια θερμοκρασία των 15,5 βαθμών.
Για την ΕΕ όποιο σπίτι έχει θερμοκρασία 15,6 βαθμών τότε θερμαίνεται… επαρκώς.

